"Ο χαρταετός της Ειρήνης"
Αντί για πρόλογο....
Ο χαρταετός της
ειρήνης
Αντί για πρόλογο...
28
Οκτωβρίου 1940. Η μάνα του Κωστή έφυγε εκείνη τη μέρα απ’το χάραμα. Άφησε πίσω
της ορθάνοιχτη την πόρτα του σπιτιού και τον Κωστή να κοιμάται ακόμα. Πήγαινε
να αποχαιρετήσει τον άντρα της , τον πατέρα του Κωστή, στο σταθμό. Εκείνος έφευγε
για το μέτωπο. Ο Κωστής ξύπνησε από τον
ήχο της σειρήνας κι έτρεξε στους δρόμους απορημένος να βρει τη μάνα του. Την είδε
στο σταθμό να στέκει με ξέπλεκα τα μαλλιά της, βουβή, κουνώντας ένα λευκό
μαντίλι στο τρένο που μόλις σφύριζε για την αναχώρησή του. Φαντάροι κρέμονταν
απ’τα παράθυρα σαν τσαμπιά από σταφύλια. Έπιασε το φόρεμα της μάνας του. Εκείνη
τον κοίταξε στα μάτια και του είπε: «πόλεμος παιδί μου, πόλεμος!»
Από κείνη τη μέρα όλα
άλλαξαν. Ο Κωστής δεν ξαναπήγε σχολείο. Έμενε στο σπίτι όπως και τα άλλα
παιδιά. Το φαγητό λιγόστεψε. Η μάνα δεν χαμογελούσε όπως πριν. Μόνο έπλεκε,
έπλεκε. Και μια μέρα του είπε πως θα κουβαλούσε στο βουνό μαζί με άλλες
γυναίκες τα πολεμοφόδια για τους φαντάρους.
Οι
μάνες συγκέντρωσαν όλα τα παιδιά στο σπίτι του Κωστή για να είναι όλα μαζί και
φύγανε.
Τα
παιδιά έμειναν μονάχα. Κι όπως ήταν φυσικό το ριξαν στο παιχνίδι, έτσι για να
περάσουν οι ώρες της αναμονής του γυρισμού των μανάδων, έτσι για να φοβούνται λιγότερο.
Σκέφτηκαν να παίξουν πόλεμο και να μιμηθούν έλληνες και ιταλούς. Όμως, το κλάμα
της μικρής Ειρήνης τους σταμάτησε. Η Ειρήνη φοβόταν τον πόλεμο. Πρότεινε λοιπόν
να φτιάξουν όλοι μαζί έναν πολύχρωμο χαρταετό. Και η επιχείρηση άρχισε. Μια
χάρτινη κούτα, μια μακριά κλωστή απ’το μαλλί που έγνεθε η μάνα, άσπρα χαρτάκια
απ’τα τετράδια τους και σε λίγη ώρα ένας όμορφος πολύχρωμος χαρταετός πετούσε
στην έρημη γειτονιά.
Κι επειδή η ιδέα ήταν
της Ειρήνης, τον ονόμασαν « Ο χαρταετός της ειρήνης».
Απόσπασμα...
Απ’τις σειρήνες ξύπνησε
και ο μικρός
Κωστής
ήτανε τα
παιχνίδια του
ακόμη καταγής.
Με τη ματιά αναζήτησε
τη μάνα του
να δει
μα η πόρτα
ήταν ορθάνοιχτη
το σάλι της…εκεί.
Σαν να’χε φύγει βιαστικά
και τόσο
αφηρημένη.
Άλλη φορά
την πόρτα τους
την είχε
κλειδωμένη.
..................................................................
Ο ταχυδρόμος έγινε
πρόσωπο
λατρεμένο
σαν να
‘φερνε ένα γράμμα
από
ξενιτεμένο.
Τρέχανε τότε όλοι
μανάδες και παιδιά
και πίσω
τους γαυγίζοντας
λιπόσαρκα σκυλιά.
Ο φάκελος σχιζότανε
με μια
τρελή μανία
τα γράμματα
στήναν χορό
από την
αγωνία.
........................................................................
Ειρήνη
Λαχτάρησα να φτιάξουμε
έναν
χαρταετό
να τον πετάξουμε ύστερα
ψηλά στον
ουρανό.
Να έχει χρώματα πολλά
και μακριά
ουρά
για να τον δούνε όλα
του κόσμου τα παιδιά.
..........................................................

Δεν υπάρχουν σχόλια:
Δημοσίευση σχολίου