Η επανάσταση που δεν
έγινε….
Περίοδος τουρκοκρατίας.
Οι έλληνες ζούνε κάτω από τον οθωμανικό ζυγό. Αναγκάζονται να υποκύπτουν στις
διαταγές του τούρκου διοικητή σε πόλεις και χωριά.
Δουλεύουν και πληρώνουν
φοβερό χαράτσι. Άδικα πάει ο ιδρώτας τους. Τα σπίτια τους φτωχικά, λεηλατημένα…
Η ζωή τους χωρίς
ελεύθερη βούληση. Ο αφέντης πασάς δε χάνει ευκαιρία να τους θυμίζει ποιος κάνει
κουμάντο στον τόπο τους. Παρ’ όλα αυτά, εκείνοι συνεχίζουν να επιβιώνουν και να
εκμεταλλεύονται τις μικροχαρές της ζωής.
Παντρεύονται, κάνουν
οικογένεια, γεννούν παιδιά. Γιατί η ζωή ακόμη και με τέτοιες συνθήκες
συνεχίζεται.
Κάπως έτσι ήταν και η
ζωή στο μικρό χωριό που τελούσε υπό την διοίκηση του Ισμαήλ πασά.
Ο Δημητρός, ένα αγόρι
που είχε μάθει από τη γιαγιά του όλα τα βότανα που φύτρωναν στον τόπο τους
έφτιαχνε γιατροσόφια κι έτσι είχε αναπόφευκτα χρισθεί «γιατρός» από τους
συγχωριανούς του. Ο Δημητρός ήταν ένα
θαρραλέο παιδί. Αυτό το θάρρος οι τούρκοι το χαρακτήρισαν ως θράσος και κάποια
μέρα τον συλλάβανε και τον φυλακίσανε. Επειδή όμως η ζωή έχει γυρίσματα, συνέβη
κάτι που άλλαξε τη ροή της ιστορίας. Όταν η μοναχοκόρη του πασά αρρωσταίνει από
μία άγνωστη πάθηση, τότε ο πατέρας της αναγκάζεται να γονατίσει μπρος στον μέχρι τότε
σκλαβωμένο Δημητρό Ο πασάς νιώθοντας
ευγνωμοσύνη δεσμεύεται να φύγει από τον τόπο εάν θεραπευτεί η κόρη του. Έτσι,
όταν αυτή γίνει καλά ο πασάς τηρεί την υπόσχεσή του και όλοι οι τούρκοι
υποχωρούν. Έτσι, η επανάσταση, δεν έγινε.
Το έργο αποτελεί προϊόν
φαντασίας της συγγραφέως και σε καμιά περίπτωση δεν επιδιώκει να διαστρεβλώσει
τα ιστορικά γεγονότα. Πρόκειται για ένα αντιπολεμικό παραμύθι με ένα τέλος που
σίγουρα θα ήταν επιθυμητό κι από τις δύο πλευρές.
Το έργο, γραμμένο σε
πεζό λόγο, απευθύνεται σε παιδιά δημοτικού.
Η ιστορία τους θα βάλει
τον θεατή στο κλίμα εκείνης της εποχής καθώς χρησιμοποιεί αρκετά πολιτιστικά
στοιχεία από την παράδοση μας.
Αυτός είναι και ο
στόχος της συγγραφέως.
Σκηνή 1
Μουσική 1
(Δύο γυναίκες , η Τασία και η Φωτούλα , η μάνα του Δημητρού και της
Μαρίας, πλέκουν και κουβεντιάζουν επάνω στη σκηνή.)
Τασία
Εσύ , το λοιπόν Φωτούλα
μου, μια χαρά τα ‘χεις ταιριάξει. Τη Μαριώ σου τη αρραβώνιασες μ΄ ένα καλό παλικάρι
και ο γιος σου γιατρός στο χωριό μας. Με τα μαντζούνια του και τα γιατροσόφια
του, όλοι εδώ τον σέβονται. Να μην είχαμε κι αυτό το διάολο τον πασά πάνω απ’
τα κεφάλια μας, καλά θα ήταν…
Φωτούλα
Καλά τα λες για τη
Μαριώ Τασία μου. Και για τον τούρκο πάλι καλά τα λες. Μα για το Δημητρό μου
έχεις άδικο. Τι σόι γιατρός είναι; Γράμματα δεν ξέρει. Τα γιατροσόφια τα ’μαθε
απ΄ την γιαγιά του, τη σχωρεμένη τη μάνα μου. Θυμάμαι,,,, μικρός σαν ήταν, μου
κουβάλαγε αγκαλιές τα αγριόχορτα. Μια μέρα, μου λέει: «μάνα, παρ’ το αυτό το
χόρτο και βράστο. Ύστερα πιες το ζουμί του. Έτσι θα σταματήσεις να πονάς. Σ’
ακούω που βογγάς κάθε βράδυ». Που να ΄ξερε γιατί βογγάω το παιδί. Για τη
σκλαβιά μας, να. Γι’ αυτήν βογγούσα και τότε και τώρα…

Δεν υπάρχουν σχόλια:
Δημοσίευση σχολίου